Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Τα Φαντάσματα του Θόδωρου Παπαγιάννη, συνέντευξη στη Γεωργία Σκοπούλη

Δημοσιεύθηκε στον Ηπειρωτικό Αγώνα 23/12/2018

Το βιβλίο «Τα Φαντάσματα του Θόδωρου Παπαγιάννη» τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο βιβλίου γνώσεων για παιδιά. Ένα βιβλίο που τα μηνύματά του δεν προλαβαίνει το ένα το άλλο. Κάθε του λέξη, κάθε του εικόνα και ένα μήνυμα. Που αργά και αβίαστα τρυπώνει στον νου και την ψυχή του παιδιού. Εδώ δεν έχουν θέση ο διδακτισμός και τα πρέπει. Τα βιώματα του ίδιου του καλλιτέχνη, η πορεία του σαν δάσκαλου και δημιουργού, έτσι όπως με σεβασμό και μαεστρία τα τοποθέτησε στο βιβλίο της η κυρία Μυρογιάννη, συνιστούν ένα κομμάτι της ιστορίας μας, του πολιτισμού μας.

Εφ’ όλης της ύλης μάς μίλησε ο καλλιτέχνης Θόδωρος Παπαγιάννης. Για τη ζωή του, για τις σπουδές του, για το «έργο ζωής», το Μουσείο, για τα Φαντάσματά του, για το βιβλίο.




Ζωή σαν παραμύθι, κύριε Παπαγιάννη!  Έτσι παρουσιάζεται στο βιβλίο της κ. Μυρογιάννη…
Με όλα τα σκαμπανεβάσματά της. Γεννήθηκα στο Ελληνικό Ιωαννίνων (Λουζέτσι) το 1942. Κατοχή, φτώχια τα χρόνια εκείνα στο χωριό. Αλλά και ολόκληρη η ζωή σκληρή. Δουλειά, επιμονή και υπομονή.


Αυτή ήταν η προίκα μου η μεγάλη


…και πώς ξεκίνησε το σκάλισμα της πέτρας;
Εγώ, όταν τελείωσα το Δημοτικό, είπα στον πατέρα μου: δεν θα πάω στο Γυμνάσιο! Ο διευθυντής του σχολείου, ο οποίος μας προετοίμαζε για το Γυμνάσιο, επειδή δεν έλυσα σωστά μια άσκηση, μου άστραψε μια σφαλιάρα που χτύπησα στον πίνακα και έβγαλα αίμα από τα χείλη μου. Μην πας, μου είπε ο πατέρας. Μου αγόρασε 13 πρόβατα και τα ανέλαβα. Κάθε μέρα τα πήγαινα στα λιβάδια για να βοσκήσουν, με ήλιο, με κρύο, με βροχή…

Και πώς ξεκίνησα το σκάλισμα. Είχαμε ένα χωράφι χέρσο γεμάτο βάτα, αγκάθια, πέτρες. Θέλησε να το ξελακώσει ο πατέρας, για να το καλλιεργήσει. Εκεί έβγαλε πολλές πέτρες, πέτρες που εύκολα μπορούσες να τις σκαλίσεις, ήταν μαλακές, πωρόλιθος ή στούφος, έτσι λέγονται. Και έτσι άρχισα. Έφτιαξα μόνος μου εργαλεία, έκαιγα τα καρφιά και τα χτύπαγα και τα έκανα κοπιδάκια. Λοιπόν από τότε πού μυαλό για πρόβατα! Ξεχνιόμουν με τις ώρες, ήμουν στον κόσμο μου. Τα πρόβατα έφευγαν και πήγαιναν στα ξένα χωράφια. Μέχρι να σηκώσω το κεφάλι εξαφανίζονταν! Και να οι μηνύσεις στον πατέρα μου…

Ξεκίνησα να σκαλίζω κεφάλια ανθρώπων, όχι συγκεκριμένα, δεν είχα κανέναν στο μυαλό μου. Κάθε μέρα στον γυρισμό κουβάλαγα στον τρουβά μου (σακούλι που έβαζα το ψωμί) και ένα κεφάλι και το έβαζα στη βιτρίνα του καφενείου. Και μου έλεγαν οι χωριανοί: Α, σήμερα έκανες αυτόν, αύριο τον άλλον… και έτσι άρχισαν οι παραγγελίες. Τους τα χάριζα. Μετά έρχονταν οι αθηναίοι χωριανοί. Πόσα από αυτά χάθηκαν… Αυτά ήταν η προίκα μου η μεγάλη. Όμως και τώρα εξακολουθώ να φτιάχνω τα πορτραίτα των συγχωριανών μου. Πάω και τους βρίσκω εκεί που κάθεται ο καθένας και πίνει τον καφέ του στα καφενεία.

Στο χωριό έκανα και σε μάστορα βοηθός. Επειδή σκάλιζα και με θεωρούσαν καλλιτέχνη, με έδωσαν βοηθό σε έναν από τους καλύτερους μαστόρους, να φτιάξουμε το καλντερίμι στο χωριό. Παραλίγο να φάω σφυριά στο κεφάλι, μου το πέταξε ο μάστορας, γιατί, καθώς κρατούσα από την άλλη άκρη το ράμμα να πάρουμε την αλφαδιά, του είπα καλά είναι. Και ποιος σε ρώτησε, μου λέει, εσύ θα μου πεις ότι είναι καλά; Και μου πέταξε το σφυρί στο κεφάλι! Παρά τρίχα γλίτωσα… Μετά κατάλαβα ότι ήταν και λάθος να κάνω υποδείξεις, δίκαιο είχε. Σαν να έρθει τώρα ένας μαθητής μου να μου πει πώς θα κάνω τη δουλειά μου.





Κι έτσι δεν πήγατε στο Γυμνάσιο!
Πήγα! Την άλλη χρονιά, επειδή τα πρόβατα πήγαιναν από δω και από κει, δεν τα πρόσεχα όπως έπρεπε, τα πούλησε ο πατέρας. Με ξαναρώτησε, θέλεις να πας στο Γυμνάσιο; Με όλα αυτά που τράβηξα βόσκοντας πρόβατα, του είπα θέλω. Και έτσι πήγα στη Ζωσιμαία. Μετακομίσαμε όλοι στα Γιάννενα, είχε μπακάλικο εκεί ο πατέρας μου. Ήταν προοδευτικός άνθρωπος, παρόλο που τελείωσε την μισή δευτέρα του δημοτικού, του χρωστάω ευγνωμοσύνη γι’ αυτά που έκανε για μένα και για τα αδέρφια μου, σπουδάσαμε και τα τέσσερα.

Χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη και στους ευεργέτες μας. Όλα τα σχολεία που σπούδασα, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Πολυτεχνείο ήταν δωρεά των ευεργετών μας.

Το 1961 μπήκα πρώτος στη Σχολή Καλών Τεχνών, χωρίς καμία προετοιμασία, και πήρα και υποτροφία. Έδωσα εξετάσεις σαν ταλέντο, γίνεται ακόμη και σήμερα αυτό. Από το πρωί, λοιπόν, και όλη μέρα παρακολουθούσα μαθήματα στη Σχολή, και το απόγευμα φοιτούσα στο δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων στη Χέυδεν, για να πάρω το απολυτήριο. Χωρίς αυτό δεν μπορούσα να πάρω την υποτροφία. Μέχρι τις δώδεκα τη νύχτα ήμουν στο πόδι. Άντε να πας μετά σε ένα κρύο δωμάτιο να κοιμηθείς…

Σε όλες τις διακοπές δούλευα για να βγάλω τα δίδακτρα για το Γυμνάσιο, πληρώναμε τότε, όσο μπορούσε βοήθαγε και ο πατέρας.


Αν δεν έχεις περιεχόμενο, δεν μπορείς να βάλεις περιεχόμενο στο έργο σου


Πόσο μπορεί το ταλέντο από μόνο του να συμβάλει στην εξέλιξη του καλλιτέχνη;
Πρέπει να υπάρχει το ταλέντο. Να είσαι χρισμένος από τις Μούσες! Αλλιώς, όσο κι αν εκπαιδευτείς… Αν δεν έχεις περιεχόμενο, δεν μπορείς να βάλεις και στο έργο σου περιεχόμενο.

Όμως, και ταλέντο χωρίς εκπαίδευση, με δασκάλους, με επισκέψεις σε μουσεία, με ταξίδια, με διαβάσματα, δεν γίνεται τίποτε. Πάει χαμένο. Δεν αρκεί το ταλέντο από μόνο του. Έχω δει ταλέντα που πήγανε χαμένα… άπειρα. Το’ χω δει στους μαθητές μου 40 χρόνια τώρα.

Και μετά το πτυχίο τι;
Με υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (IKY) για τρία χρόνια ταξίδεψα σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, στην Ευρώπη, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, πήγα παντού.

Η μεγάλη μου επιρροή είναι από τον μεσογειακό χώρο, που είναι η μεγάλη κοιτίδα του πολιτισμού. Τα μεγέθη, τα χρώματα, είναι επηρεασμένα και από την αρχαιότητα. Οι τάφοι, οι ναοί, τα μουσεία του κόσμου στιγμάτισαν τη δουλειά μου. Τρομερές και ανεπανάληπτες εμπειρίες.

Στη συνέχεια, το 1970, άρχισα την πανεπιστημιακή μου καριέρα ως βοηθός του καθηγητή μου Γιάννη Παππά στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ). Το 1981-82 πήγα για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Το 1987 διορίστηκα στην ΑΣΚΤ ως καθηγητής, από όπου και συνταξιοδοτήθηκα.



Δεν απαλλάσσω τον λαό, αυτός τους ψηφίζει, δεν έχουμε άλλοθι κανείς


Κύριε Παπαγιάννη, δεν σας ρωτάω για τις άπειρες καλλιτεχνικές σας δραστηριότητες, για τις πολλές εκθέσεις ούτε για τα πολλά βραβεία, δεν χωράνε σε μια συνέντευξη εφημερίδας, όμως να μιλήσουμε για το βιβλίο και τα φαντάσματά σας, για το Μουσείο. Πόσο συγκλονιστική φαντάζει η φωτογραφία σας με τα φαντάσματα «γυμνά» στα σκαλιά του Πολυτεχνείου! Εσείς καθιστός, ολομόναχος, ανάμεσα σε άδεια καθίσματα…
Το ότι είμαι μόνος μου, δεν είναι τυχαίο. Σημαίνει την απουσία, στα άδεια καθίσματα, των κρατικών αρχών, σημαίνει την απουσία των πρυτανικών αρχών, που εκείνη τη στιγμή συνεδριάζουν επί ώρες περιμένοντας τους φοιτητές για να κάνουν απαρτία! Και έξω καιγόταν…

Αυτή η φωτογραφία έχει και ένα στεφάνι, ένας από τα φαντάσματα το προσφέρει σε μας για την αναξιότητά μας να προστατέψουμε το Πολυτεχνείο.

Αυτό το πράγμα με σόκαρε! Τόσα χρόνια εκεί, κάτι έπρεπε να κάνω, να αντιδράσω. Αυτή ήταν η δική μου αντίδραση, ενάντια σε ένα έθνος υπνωτισμένο. Καίγεται ένα αριστούργημα, ένα έργο σημαντικής αρχιτεκτονικής και ανεκτίμητης πολιτιστικής αξίας, έργο σπουδαίων ευεργετών! Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να καταθέτουν στεφάνια, το θεωρώ και υποκριτικό. Πώς είναι δυνατόν μια γιορτή Δημοκρατίας να καταλήγει σε βανδαλισμούς;

Δεν απαλλάσσω τον λαό, αυτός τους ψηφίζει, δεν έχουμε άλλοθι κανείς. Μάθαμε στο ψέμα, μάθαμε στην υποκρισία, στα δάνεια και στην επιδότηση. Παρατήσαμε τα χωράφια, χέρσωσε η γη, ερήμωσαν τα χωριά μας…


Είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί, οι συνένοχοι σε αυτόν τον τόπο


Και με τα αποκαΐδια της φωτιάς του 1991 στο Πολυτεχνείο, που ξέσπασε ύστερα από μια μαθητική διαδήλωση, στήσατε τα φαντάσματά σας. Αλήθεια τι σημαίνουν για σας αυτά τα φαντάσματα;
Μάζεψα τα αποκαΐδια την άλλη μέρα με πόνο ψυχής από το καμένο Πολυτεχνείο κι έστησα σκιάχτρα να ξορκίζω τα κακά που πληθαίνουν γύρω μου. Φαντάσματα που τρομοκρατούν τα όνειρά μου κι αγριεύουν τον ύπνο μου. Σημάδια μιας πραγματικότητας, που με μελαγχολεί και με εξουθενώνει. Έβγαλα το μαύρο από την ψυχή μου που χρόνια τώρα οι κάθε είδους εμπρηστές την ποτίζουν.

Ναι, σας το ξαναλέω αυτά τα φαντάσματα με εκφράζουν! Θέλω να φωνάξω πως δεν μπορώ άλλο να ζω ανάμεσα σε αδιάφορους, εμπρηστές και οικοπεδοφάγους. Τον τόπο αυτόν τον πονάω. Γνωρίζω το μεγαλείο και το δράμα του. Δεν είμαι ρηχοφυτεμένος. Και ας ξέρω πως οι άγριοι δεν σκιάζονται. Ούτε πως οι εμπρηστές θα σταματήσουν.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί αρπάχτηκα από αυτά τα σημάδια της καταστροφής. Μήπως για να απαλλαγώ πρώτα και κύρια απ’ τις δικές μου τύψεις; Γιατί, ποιους να καταγγείλω; Είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί, οι συνένοχοι σε αυτόν τον τόπο.

Και να σας πω και την αλήθεια, καθόλου δεν ξέρω από πόσο μακριά μού έρχονται οι μορφές αυτές. Δεν ξέρω να πω τι ακριβώς εκφράζουν, αν είναι θεοί ή δαίμονες, αν είναι μορφές μυθικές ή ήρωες της ιστορίας, λαϊκοί αγωνιστές ή πνευματικοί άνθρωποι, εθνικοί ευεργέτες ή διδάσκαλοι του γένους, φαντάσματα του νου ή εφιάλτες. Πιθανόν να είναι κάτι από όλα αυτά… Ή όλα αυτά.

Ύστερα τα στόλισα με ανακυκλώσιμα υλικά…

Και, έτσι που σε κάθε έκθεση τα τοποθετείτε, μοιάζουν με αρχαία τραγωδία…
Πράγματι! Έτσι τα ονόμασα. Αρχαία τραγωδία. Και αποσιώπησα τη συνέχεια, που είναι: Χορός της σύγχρονης Ελληνικής Τραγωδίας.


Το βιβλίο είναι οι μνήμες μου, είναι η ιστορία μας


Και το βιβλίο που βραβεύτηκε;
Πήρε και πέρυσι το βραβείο «Ο αναγνώστης, Βραβείο 2017. Λογοτεχνικό Βιβλίο Γνώσεων». Ευχαριστώ την κυρία Έλσα Μυρογιάννη που από τα γλυπτά μου εμπνεύστηκε και έγραψε αυτό το βιβλίο. Ευχαριστώ και τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο για το άρτιο αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς. Βραβευτήκαμε και οι τρεις!

Τι μπορούν να πάρουν τα παιδιά από αυτό το βιβλίο;
Πάρα πολλά. Να κατανοήσουν την έννοια της Δημοκρατίας, να μάθουν για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, να συνειδητοποιήσουν τη δύναμη της τέχνης, να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον για τα ταξίδια, για τα μουσεία. Να δουν τι σημασία είχε και έχει το ψωμί, να δουν τη ζωή στην ύπαιθρο, στα χωριά μας. Και έχω να πω εδώ πως είναι μια ξεχασμένη υπόθεση η Ήπειρός μας, αργοπεθαίνει, κλείνουν τα σχολεία, φεύγουν οι άνθρωποι, δεν γεννιούνται παιδιά. Μέσα σε αυτό το βιβλίο και μέσα στα έργα μου είναι τα βιώματά μου και οι μνήμες μου, είναι η ζωή μου είναι η ιστορία μας.


Είναι ένα Δημοτικό Μουσείο


Πώς σας ήρθε η ιδέα να ξαναδώσετε ζωή στο δημοτικό σχολείο του  χωριού σας, μετατρέποντάς το σε Μουσείο;
Πέντε χρόνια πριν πάρω σύνταξη από την Σχολή Καλών Τεχνών, είχα αηδιάσει από την κατάσταση στην παιδεία. Μας είχαν ταλανίσει οι απεργίες, δεν προχωρούσε τίποτε, μια κατάσταση στάσιμη.

Σκέφτηκα λοιπόν τότε πώς να εκμεταλλευτώ το ωραίο πετρόχτιστο σχολείο του χωριού μου. Πώς να του δώσω ζωή, όπως είπατε, γιατί από τα 170 παιδιά που είχε τότε, σήμερα έχει μόνο εφτά και κάνουν μάθημα στο ίδιο κτίριο. Ουσιαστικά είναι ένα διπλό σχολείο. Σχολείο για τα γράμματα και σχολείο για την αισθητική αγωγή.

Και αποφάσισα να το κάνω Μουσείο, να καταθέσω τα γλυπτά από τα βιώματά μου και τις μνήμες μου. Όμως, έφτιαξα και γλυπτά ειδικά για το μουσείο, όπως είναι η αίθουσα με τους μαθητές στα θρανία, η αίθουσα με τον μετανάστη, του ψωμιού, και άλλα. Ευτυχώς που είχα την οικονομική δυνατότητα τότε και το έφτιαξα. Σήμερα θα ήταν αδύνατον. Όλα μου τα έργα είναι χαρισμένα στον δήμο. Είναι ένα Δημοτικό Μουσείο.

Και ο εξωτερικός χώρος, από μόνος του αποτελεί ένα Μουσείο…
Πράγματι, έγινε πάρκο Γλυπτικής. Ανάμεσα στα γλυπτά, υπάρχει χώρος ελεύθερος να παίζουν τα παιδιά. Πολλά γλυπτά είναι κατασκευασμένα με ανακυκλώσιμα υλικά. Ίσως να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Να βλέπουν τα παιδιά και να μαθαίνουν ότι κάθε τι μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί, προστατεύοντας έτσι τη φύση. Γιατί αν αυτή διασαλευτεί, το πρώτο θύμα είναι τα παιδιά. Ο χώρος αυτός είναι ανοιχτός και πάντα επισκέψιμος.

Το συμπόσιο του καλοκαιριού και το φεστιβάλ είναι πλέον ένα πολιτιστικό γεγονός για όλο τον νομό.

Όμως, και ο δρόμος που συνδέει το χωριό με το μοναστήρι της Τσούκας είναι γεμάτος γλυπτά…
Βέβαια. Όπως θα γνωρίζετε, κάθε χρόνο τον Αύγουστο διοργανώνουμε συμπόσιο γλυπτικής, έχει γίνει πλέον θεσμός. Καλούμε έλληνες και ξένους γλύπτες, τους φιλοξενούμε, τους δίνουμε τα υλικά και μια μικρή αποζημίωση για τα έξοδα, και αυτοί αφήνουν ένα έργο τους, ό,τι θέλει ο καθένας, εκφράζοντας τον εαυτό τους ελεύθερα.

Παράλληλα, αυτό το εικοσαήμερο κάνουμε ένα μίνι φεστιβάλ, με εκδηλώσεις όπως θέατρο, προβολές, ποιητικές βραδιές, παρουσιάσεις βιβλίων. Είναι ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός και για τη περιοχή και για το νομό.



Αυτό μου δίνει κουράγιο, κριτής είναι η κοινωνία


Παιδιά επισκέπτονται το Μουσείο;
Έρχονται πάρα πολλά σχολεία από όλη την Ελλάδα, και μπράβο στους δασκάλους τους. Και είναι συγκινητικά αυτά που γράφουν μικροί και μεγάλοι στο βιβλίο των επισκεπτών. Αυτό μου δίνει κουράγιο ότι κάτι έκανα, δεν πήγε χαμένος ο κόπος μου. Καλά είναι και τα βραβεία, εδώ όμως είναι η κοινωνία που σε κρίνει και δεν χωράνε μεροληψίες.

Μεταξύ των βραβείων, που πήρατε για το Μουσείο, είναι και ένα ντοκιμαντέρ…
Πήραμε πολλά βραβεία. Μεταξύ των οποίων και αυτό. Το έκανε ένας χωριανός μου, που ζει στην Αυστραλία, ο Παναγιώτης ο Κράβαρης. Το θέμα του ήταν «Tο Μουσείο και το Συμπόσιο». Πήρε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας. Όπως είναι πολύ συγκινητική και η απόφαση του 1ου Γυμνασίου Ιωαννίνων να ονομασθεί, τιμητικά, Θόδωρος Παπαγιάννης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου